καταβαφή

κατα-βᾰφή, ,
A tincture, in alchemy, Zos.Alch.p.228 B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καταβαφή — καταβαφή, ἡ (Α) [καταβάπτω] (στην αλχ.) η βαφή …   Dictionary of Greek

  • καταβαφή — tincture fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφῇ — καταβάπτω dip aor subj pass 3rd sg καταβαφή tincture fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφαῖς — καταβαφή tincture fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφαί — καταβαφή tincture fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφῆς — καταβαφή tincture fem gen sg (attic epic ionic) καταβαφής soaked masc/fem acc pl (attic epic doric) καταβαφής soaked masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφήν — καταβαφή tincture fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφῶν — καταβαφή tincture fem gen pl καταβαφής soaked masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαφάς — καταβαφά̱ς , καταβαφή tincture fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.